Του Θανάση Γκαβού
Έχει περάσει καιρός από την τελευταία φορά που τα Γλυπτά του Παρθενώνα στο Βρετανικό Μουσείο και το ζήτημα της επιστροφή τους στην Αθήνα είχαν παραμείνει για ένα τόσο εκτεταμένο χρονικό διάστημα στην επικαιρότητα στη Βρετανία.
Όπως έγραψε ο κριτικός και αρθρογράφος τέχνης στην εφημερίδα GuardianΤζόναθαν Τζόουνς, μπορεί να μην είναι βέβαιο ότι η Αμάλ Αλαμουντίν-Κλούνεϊ είναι σε θέση να παράσχει την καλύτερη δυνατή νομική εκπροσώπηση στην ελληνική κυβέρνηση στο θέμα των Γλυπτών, αλλά θα ήταν δύσκολο να αμφισβητήσει κανείς πως η πρόσφατη παρουσία της στην Αθήνα έχει ήδη πετύχει έναν βασικό σκοπό.
Η δημοσιότητα έχει επαναφέρει με ορμή στη δημόσια σφαίρα της Βρετανίας τη συζήτηση. Όλο και περισσότεροι πολίτες της χώρας εκτίθενται στα επιχειρήματα υπέρ της επανένωσης, ενώ παράλληλα πυκνώνουν με εντυπωσιακή ταχύτητα τα δημοσιεύματα από έγκριτους αρθρογράφους, όπως ο κ. Τζόουνς, κατά του Βρετανικού Μουσείου.
Ίσως το ακόμα πιο ενδιαφέρον έχει να κάνει με μια σειρά δημοσιευμάτων από ανθρώπους κατά τ’ άλλα εξίσου έγκριτους, οι οποίοι παίρνουν θέση υπέρ του λονδρέζικου ιδρύματος. Στα περισσότερα από αυτά τα δημοσιεύματα γίνεται χρήση ορισμένων επιχειρημάτων που μαρτυρούν ότι η άλλη πλευρά έχει περάσει πλέον σε θέση άμυνας, αγνοώντας δε σε μερικές περιπτώσεις την ουσία του πράγματος.
Οι αναφορές π.χ. σε μια προσπάθεια μίας ταλαιπωρημένης από την οικονομική κρίση χώρας να τονώσει λίγο το πληγωμένο της ηθικό χτυπώντας μία πρώην ιμπεριαλιστική δύναμη, πόρρω απέχει από την πραγματικότητα. Ή έστω από τη συλλογιστική που συνοδεύει την οργανωμένη (αν και ίσως όχι ακόμα πλήρως συντονισμένη) προσπάθεια υπέρ της επανένωσης που γίνεται τόσο από τους επίσημους φορείς στην Αθήνα όσο και από τις διεθνείς επιτροπές υπέρ της αποκατάστασης των Γλυπτών σε χώρες όπως η Βρετανία, οι ΗΠΑ και η Αυστραλία.
Η ουσία του θέματος έχει να κάνει με τη μοναδική ευκαιρία που παρουσιάζεται στον σύγχρονο ανθρώπινο πολιτισμό να επανενώσει τα διασωθέντα κομμάτια ενός διαμελισμένου αριστουργήματος. Το γεγονός ότι η προσπάθεια απόκρουσης αυτού του επιχειρήματος δεν είναι μέχρι στιγμής η προτεραιότητα του «αντίπαλου» στρατοπέδου, δείχνει πως αυτό το αντίπαλο στρατόπεδο ίσως να μην έχει ικανά αντεπιχειρήματα.
Βέβαια όλα αυτά αφορούν εν πολλοίς όσους αρθρώνουν λόγο έχοντας εντελώς περιφερειακό ρόλο. Ο καθένας, όπως και εγώ, μπορεί να εκφέρει γνώμη, χωρίς να σημαίνει όμως ότι χρειάζεται να της αποδίδεται ιδιαίτερη βαρύτητα. Όταν όμως μετά από καιρό παρεμβαίνει ο διευθυντής του Βρετανικού Μουσείου λέγοντας στην ουσία ότι τα γλυπτά δεν έχουν να πάνε πουθενά, αναπτύσσοντας μάλιστα μια σειρά επιχειρημάτων, τα πράγματα σοβαρεύουν.
Το γεγονός ότι με τη συνέντευξή του στους Times, ο Νιλ ΜακΓκρέγκορ επενέβη σε όλον αυτόν τον δημόσιο διάλογο δείχνει ότι το θέμα πλέον καίει το Μουσείο. Ότι νιώθει πως πλέον δεν αρκεί η στάση σιωπής που τηρεί τόσα χρόνια για να υπερασπιστεί τη διατήρηση των Γλυπτών.
Η αλήθεια είναι ότι ο κ. ΜακΓκρέγκορ αποδεικνύει με τη συνέντευξή του γιατί χαίρει του σεβασμού όλου του ακαδημαϊκού κόσμου και του κόσμου του πολιτισμού. Ο λόγος του είναι προσεκτικός και ήρεμος και δεν αφήνει πολλά περιθώρια ενστάσεων. Ακόμα και η φράση του ότι ο Παρθενώνας δεν είναι ελληνικός ακολουθείται από μια σαφή επεξήγηση, έστω και αν την αφορίζει ο ελληνικός Τύπος. Ο κ. ΜακΓκρέγκορ διατυπώνει επιχειρήματα που ξέρει ότι ίσως θα μετρούσαν σε οποιοδήποτε διεθνές φόρουμ εξέτασης του ζητήματος.
Και επειδή -όντας πλέον σε θέση άμυνας- θέλει να υπερασπιστεί πλήρως το Μουσείο του, επιχειρεί να αποκρούσει και το προαναφερθέν βασικό επιχείρημα περί διαμελισμού ενός ενιαίου έργου τέχνης. Αυτό που λέει είναι ότι μόνο περίπου το 60% του γλυπτού διάκοσμου του Παρθενώνα σώζεται σήμερα και ότι δεν υπάρχει περίπτωση επανατοποθέτησης αυτών των Γλυπτών στο αρχαίο μνημείο. Επομένως, αποφαίνεται, δεν τίθεται ζήτημα επανένωσης μιας καλλιτεχνικής οντότητας.
Ακόμα και αυτός ωστόσο δεν απαντά στο εξής ερώτημα, το οποίο βέβαια δεν του τίθεται: Γιατί είναι κακή ιδέα να επανενωθεί έστω αυτό το 60% των διασωθέντων γλυπτών; Γιατί είναι κακή ιδέα να επανενωθεί ο κομμένος καθέτως στη μέση κορμός του Ποσειδώνα;
Μέχρι να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό το Βρετανικό Μουσείο θα δέχεται όλο και πιο έντονες πιέσεις, τόσο έντονες ώστε ίσως ακόμα και ο βρετανικά ψύχραιμος κ. ΜακΓκρέγκορ να μην μπορεί άλλο να κρατήσει άμυνα.
Τελευταία Ενημέρωση: 07 Φεβρουαρίου 2021 - 11:01
https://news.rik.cy/el/article/2014/11/11/se-these-amunas-to-bretaniko-mouseio-gia-ta-glupta-tou-parthenona-8890645/