
Του Αποστόλη Ζουπανιώτη
Σε μία συνέντευξή του για την ιστοσελίδα του Atlantic Council, o διευθυντής του Παγκόσμιου Προγράμματος Επιχειρήσεων και Οικονομίας, της γνωστής αμερικανικής δεξαμενής σκέψης, Ανδρέα Μοντανίνο, λέει κάτι πολύ απλό, που ελάχιστοι οικονομολόγοι ή πολιτικοί έχουν αναφέρει, για τις συζητήσεις Ελλάδας και πιστωτών. Ότι μεγάλο μέρος των αιτημάτων των δανειστών και συνάμα ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια για συμφωνία, ουσιαστικά είναι μία παράλογη εμμονή σε πράγματα πρακτικά ανέφικτα και ξεπερασμένα από τις εξελίξεις.
«Ένα σημείο εμπλοκής είναι το ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος που η Ελλάδα θα πρέπει να επιδείξει το 2015 και ποιες μεταρρυθμίσεις χρειάζεται να εφαρμόσει. Το δεύτερο μέρος της ερώτημα είναι άνευ νοήματος, γιατί βρισκόμαστε στα μέσα Μαΐου και το πρόγραμμα λήγει τέλη Ιουνίου. Ζητούν δηλαδή μία χώρα να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις μέσα σ’ ένα μήνα. Αυτό δεν είναι δυνατόν».
Ο Ανδρέα Μονταντίνο, μέλος για πολλά χρόνια του εκτελεστικού συμβουλίου του ΔΝΤ, εκπροσωπώντας την Ιταλία, την Ελλάδα και άλλες χώρες, λέει στη συνέντευξη κάποια αυτονόητα πράγματα, τα οποία πιθανόν να ερμηνεύουν το γιατί πλέον έχει αρχίσει να διαμορφώνεται στους μεγάλους του Eurogroup και στους επικεφαλής των θεσμών μία διάθεση για συμφωνία.
Το πρώτο πράγμα που ξεκαθαρίζει, απαντώντας στο ερώτημα ότι πιθανόν η Ελλάδα δεν θα μπορέσει να πληρώσει τις δόσεις της προς το ΔΝΤ, τον Ιούνιο και τον Ιούλιο ( 2 δις ευρώ), είναι ότι τεχνικά δεν θα έχει χρεοκοπήσει, όμως θα στείλει το μήνυμα στις αγορές πως δεν έχει χρήματα. Κι αυτό καταρρίπτει το επιχείρημα της χρεοκοπίας και της εκδίωξης από το ευρώ.
«Ακόμη και αν αυτό τεχνικά δεν είναι χρεοκοπία για τις αγορές - οι οίκοι αξιολόγησης έχουν πει ότι δεδομένου ότι αυτό είναι ένα δημόσιο χρέος δεν είναι χρέος (ομολογίες) που διαπραγματεύονται στην αγορά - το μήνυμα που η Ελλάδα θα στείλει στις αγορές και στον κόσμο είναι ότι είναι εξαντλούνται τα μετρητά της».
Το δεύτερο σημείο που ο κ. Μονταντίνο επισημαίνει είναι ότι η διαπραγμάτευση δεν βλέπει μακροπρόθεσμα, δηλαδή που θα βρίσκεται η Ελλάδα σε 10 χρόνια, το οποίο δεν σχετίζεται με το αν θα πληρωθούν οι δόσεις του Ιουνίου, αλλά πως θα βρεθεί μια πορεία προς περισσότερο βιώσιμη κατάσταση.
Το τρίτο ζήτημα που ξεκαθαρίζει ότι η αποδέσμευση των δόσεων των 7,2 δις ευρώ μπορεί απλά και μόνο να λύσει αυστηρά βραχυχρόνια ζητήματα και δεν καλύπτει καν τις πληρωμές υποχρεώσεων του 2015, που ξεπερνούν το ποσό αυτό.
Με αυτά ως δεδομένα, αναφέρει ο Ιταλός οικονομολόγος και στέλεχος του Atlantic Council, αντί να συζητούν αυτά που συζητούν αυτούς τους τρεις μήνες, θα έπρεπε να εστιάσουν την προσοχή τους σ’ ένα κατάλογο πραγμάτων που θα πρέπει να γίνουν στο μέλλον. Εκτιμά δηλαδή ότι η Ελλάδα θα πρέπει να παρουσιάσει κατάλογο μεταρρυθμίσεων που θα εφαρμοστούν στο μέλλον, οι πιστωτές να συμφωνήσουν μ’ αυτόν και να υπάρξει μία πολιτική συμφωνία η οποία θα επιτρέψει στην εκταμίευση των δόσεων που κατακρατούνται.
Ο κ. Μονταντίνο βέβαια αναγνωρίζει ότι η Ευρωζώνη έχει κανόνες και στο τέλος, θέλει να δει αυτούς να εφαρμόζονται.
«Η ελληνική κυβέρνηση θέλει να αποσύρει κάποιες μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν από την προηγούμενη κυβέρνηση, όσον αφορά τις συντάξεις και τους μισθούς του δημοσίου, επειδή θεωρεί αυτόν ως έναν τρόπο για να αυξήσει την εσωτερική ζήτηση και συνεπώς να αυξηθεί το ΑΕΠ. Οι πιστωτές βλέπουν αυτό ως έναν τρόπο για να καταστεί ο δημόσιος προϋπολογισμός ακόμη πιο αδύναμος και ως εκ τούτου υπονομεύεται η ικανότητά Ελλάδα να πληρώσει».
Στο θέμα αυτό, που είναι και το αδιέξοδο στις διαπραγματεύσεις, ο Ανδρέα Μονταντίνο είναι με το μέρος των πιστωτών, ωστόσο εγείρει και το ζήτημα της δημοκρατίας, καθότι δεν μπορούν να υποχρεώνονται ευρωπαϊκές χώρες να μην τηρούν τις κοινοβουλευτικές τους διαδικασίες. Γι’ αυτό, θα πρέπει για τη συμφωνία να αρκεστούν σε πολιτική δέσμευση της Αθήνας.
Σχολιάζοντας την προσέγγιση Γιούνκερ, ο Ιταλός οικονομολόγος τη θεωρεί περισσότερο πολιτική, παρά τεχνική και πιστεύει ότι στη φάση αυτή «είναι πιθανόν προτιμότερο να ακολουθηθεί μια πολιτική προσέγγιση, παρά μία τεχνική, ώστε να γίνει κατανοητό αν η πολιτική βούληση, όχι απλά μεταξύ των Ευρωπαίων, αλλά και των ιδίων των Ελλήνων – θα κρατήσει την Ελλάδα να μην εγκαταλείψει την Ε.Ε.».
Το ζητούμενο ωστόσο - πάντα - σε παρόμοιες οριακές περιπτώσεις, είναι να αποφευχθεί η περίπτωση «ατυχήματος» και θεωρεί σημαντική την επίτευξη συμφωνίας στα τέλη Μαΐου.
«Αν η Ελλάδα δεν πληρώσει, θα εγείρει το ερώτημα αν μπορεί μια χώρα να χρεοκοπήσει εντός της νομισματικής ένωσης και πως θα το χειριστούν το θέμα», αναφέρει, χωρίς να αποκλείει σε παρόμοια πιθανότητα το «κυπριακό μοντέλο».
«Είναι μία επιλογή, Μπορεί να συμβεί σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως ήταν η περίπτωση της Κύπρου και για καθορισμένη περίοδο. Αν η Ελλάδα αποτύχει να καταβάλει την πληρωμή στις αρχές Ιουνίου κι οι πιστωτές αρχίσουν να βλέπουν εκροές κεφαλαίων, τότε πιθανόν θα αναγκαστούν να αναλάβουν κάποια δράση για αποφυγή μεγαλύτερης εκροής».
Τελευταία Ενημέρωση: 05 Φεβρουαρίου 2021 - 04:22
https://news.rik.cy/el/article/2015/5/22/tha-epikratesei-telika-e-logike-stis-diapragmateuseis-me-ellada/