Του Θανάση Γκαβού, Λονδίνο
Η πλήρης αναστροφή της στάσης του πρωθυπουργού της Ελλάδας Αλέξη Τσίπρα έναντι των απαιτήσεων των πιστωτών, επιβεβαίωσε -για τη συντριπτική πλειοψηφία των αναλυτών- ότι, σε αυτή την Ευρώπη, φωνές ανυπακοής ή φωνές ανατρεπτικές δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν.
Ακόμα και χώρες όπως η Γαλλία και η Ιταλία, πιο «σοσιαλιστικές» σε παράδοση και νυν διακυβέρνηση σε σύγκριση με τον -πέριξ της Γερμανίας- πυρήνα της νομισματικής ένωσης, ποιούν την ανάγκη φιλοτιμία την ώρα της κρίσης, υπακούοντας τελικά στις επιταγές των Βρυξελλών και του Βερολίνου και δίνοντας κομψά μαθήματα στους «άτακτους».
Το παράδειγμα της ελληνικής κυβέρνησης και η τακτική που ακολούθησε, η οποία εκ του αποτελέσματος αποδεικνύεται ανεπαρκής, δίνει δίκιο στους υποστηρικτές της καθεστηκυίας τάξης πραγμάτων στη Γηραιά Ήπειρο, μοιάζει ακόμα και να δικαιώνει όσους θεωρούν τη λιτότητα πανάκεια και όχι αιτία διαιώνισης των προβλημάτων ορισμένων χωρών.
Παρόλα αυτά, η υπέρμετρα σκληρή στάση ορισμένων Ευρωπαίων εταίρων έναντι της Ελλάδας έχει διατηρήσει ενεργούς τους σπόρους της αντίδρασης από τα αριστερά του πολιτικού φάσματος στην Ευρώπη.
48 ώρες μετά τη συμφωνία επί της πορείας προς το τρίτο σκληρό μνημόνιο για την Ελλάδα, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλτ Τουσκ, πάντα μετρημένος στα λόγια του, σχολίασε ότι αντιλαμβάνεται στην Ευρώπη μία ατμόσφαιρα που του θυμίζει κάπως την περίοδο μετά το 1968 των εξεγέρσεων. «Ίσως όχι μια επαναστατική διάθεση, αλλά κάτι σαν γενικευμένη ανυπομονησία», είπε ο Πολωνός πολιτικός. Η ανυπομονησία ως γενικευμένη κοινωνική εμπειρία είναι ο προθάλαμος της επανάστασης, ήταν η ουσία των λόγων του κ. Τουσκ.
Ο ίδιος είχε απορρίψει την «ριζοσπαστική αριστερή ψευδαίσθηση» περί εναλλακτικών πολιτικών σε αυτό το ευρωπαϊκό οικονομικό όραμα.
Το μέγα ερώτημα λοιπόν είναι εάν το πείραμα του ΣΥΡΙΖΑ θα ενισχύσει την αποφασιστικότητα αριστερών κινημάτων που αμφισβητούν το στάτους κβο στην Ευρώπη ή αν θα ενισχύσει τις αμφιβολίες ψηφοφόρων και μελών των κινημάτων αυτών για το πόσο υλοποιήσιμες είναι οι επιδιώξεις τους.
Με τόσες εκλογικές αναμετρήσεις να έρχονται σε καίριες ευρωπαϊκές χώρες, η απάντηση δεν θα αργήσει να δοθεί.
Το Podemos στην Ισπανία υποχώρησε στις δημοσκοπήσεις μετά τα δεινά του ΣΥΡΙΖΑ, ωστόσο έχει καταφέρει να αλλάξει για τα καλά τη βάση της πολιτικής συζήτησης και του δημοσίου διαλόγου στην ιβηρική χώρα. Στην Πορτογαλία δεν υπάρχει Podemos ή ΣΥΡΙΖΑ, αλλά οι Σοσιαλιστές και μικρότερα κόμματα της αριστεράς εκτιμάται ότι θα συγκεντρώσουν πάνω από το 50% των ψήφων στις εκλογές του Οκτωβρίου, ως αντίδραση των ψηφοφόρων σε τέσσερα χρόνια σκληρής λιτότητας.
Σε Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ολλανδία και αλλού, οι φωνές κατά της τυφλής λιτότητας και του «δημοσιονομικού φονταμενταλισμού» που καταλογίζεται στο Βερολίνο, είναι πλέον πολύ δυνατές και «απειλούν» να γίνουν δυνατότερες στις εκλογικές αναμετρήσεις που έρχονται μέσα στην επόμενη διετία.
Ακόμα και εδώ στη Βρετανία, ο πολιτικός κόσμος έχει μείνει άναυδος από το μεγάλο προβάδισμα που φέρεται να έχει στην κούρσα διαδοχής του Εντ Μίλιμπαντ στην ηγεσία των Εργατικών, ο Τζέρεμι Κόρμπιν, εκπρόσωπος της πιο αριστερής πτέρυγας του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Είναι προφανές πλέον ότι οι σκληρές οικονομικές πολιτικές, η κρίση και σαφώς το καταγγελλόμενο έλλειμα δημοκρατίας έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο τις διακριτές ιδεολογικές διαφορές της αριστεράς και της δεξιάς, καθώς μάλιστα το λεγόμενο παραδοσιακό κέντρο έχει υποχωρήσει ή καταρρεύσει σε πολλές χώρες.
Η αλήθεια πάντως είναι ότι η ευρωπαϊκή αριστερά έχασε μια μεγάλη ευκαιρία να επιβάλει αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας του συστήματος τα πρώτα χρόνια της ευρωπαϊκής χρηματοπιστωτικής κρίσης. Αν ακόμα και μετά τα αλλεπάλληλα πλήγματα στην αξιοπιστία τραπεζών, μεγαλοεπιχειρηματιών και παλαιών πολιτικών σχηματισμών, οι συντηρητικές και οι ακροδεξιές δυνάμεις ήταν εκείνες που βγήκαν ενισχυμένες –με λίγες εξαιρέσεις- τότε ποιες οι πιθανότητες επιβεβαίωσης των «φόβων» του κ. Τουσκ σήμερα, μετά την κόπωση ετών (σχεδόν) μάταιης αντίστασης;
Ενδεικτικό του πόσο ενδιαφέρων και γόνιμος είναι ο πολιτικός καιρός, πάντως, είναι και το ότι μέσα σε όλα αυτά επανεμφανίζεται δειλά-δειλά μία άλλη τάση: αυτή που κόντρα στον αυξανόμενο ευρωσκεπτικισμό καλεί σε μια βαθύτερη σύγκλιση της Ευρωζώνης, στην ολοκλήρωση αυτής της ατελούς ένωσης, χωρίς για την ώρα να υιοθετείται σαφής ιδεολογικός χρωματισμός της κατεύθυνσης που πρέπει να έχει αυτή. Οι φωνές αυτές πάντως ακούγονται από κορυφαία στελέχη της ευρύτερης κεντροαριστεράς και σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη, με τη Γαλλία και την Ιταλία να πρωτοστατούν, ενθαρρυμένες από τον ρόλο τους στις διαπραγματεύσεις με την Ελλάδα.
Σχεδόν όλοι οραματίζονται μία άλλη Ευρώπη. Απομένει στη ιστορία να γράψει ποιο όραμα θα επικρατήσει τελικά.
Τελευταία Ενημέρωση: 07 Φεβρουαρίου 2021 - 07:13
https://news.rik.cy/el/article/2015/7/29/ideologike-makhe-gia-te-mellontike-europe-me-aphorme-ten-ellenike-krise/